Η ΚΥΡΑ-ΦΩΤΕΙΝΙΩ

Ιερομονάχου Αρσενίου Σιναΐτου

Πριν δέκα – δώδεκα χρόνια γνώρισα μια ψυχή. Μία αγία ψυχή. Θα πούμε ένα όνομα για να κρατήσουμε πάλι το προσωπικό δεδομένο. Την λένε Φωτεινιώ ή εγώ τη λέγω Φωτεινιώ. Η κυρά Φωτεινιώ ήρθε στο σπίτι της μητέρας μου. Είχε κάνει, η μητέρα μου, ένα μικρό Αρχονταρίκι με τα Εικονίσματά μας, με το Καντήλι, με τα κεράκια μας, με τα Άγια Λείψανα και είχαμε ένα μικρό καναπέ που με χωρούσε εμένα. Τον ανοίγαμε και κοιμόμουνα το βράδυ και το πρωί τον μαζεύαμε και στολιζόταν και ήτανε σαν μικρό Αρχονταρίκι, που μπορούσα εγώ να ακούσω κάποιον λογισμό ή κάποιος να με συμβουλευτεί ή να ακούσει μια γνώμη, κάπως κατ’ ιδίαν.

Ήρθε, λοιπόν, ένα απόγευμα ένα ζευγάρι, και έφεραν μαζί τους την κυρα Φωτεινιώ. Θα ‘ταν εξηντατριώ, εξήντα τεσσάρων χρονών.  Μια μικρόσωμη γυναίκα. Αλλά με πολύ φωτεινό πρόσωπο.  Και μου λέει: «Πάτερ μου, έμαθα ότι είστε από το Σινά,. Και μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω εσάς, γιατί φοβούμαι ότι δεν μπορώ να τα πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». Λέω: «Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε».

Καθίσαμε, λοιπόν, στο μικρό Αρχονταρίκι και άρχισε να μου διηγείται ότι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους, οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτί την περιουσία της και την σφετερίστηκαν και την κακομεταχειριζόντουσαν.  Αυτή η κακομοίρα, μικρή και ευαίσθητη, προσκολλήθηκε στη γειτόνισσά της, την κυρά παπαδιά, η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια.  Ευτυχώς, η μεγάλη της κόρη είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προ το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, έχει μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και τη Φωτεινιώ, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλες – τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι, λοιπόν, κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλου είδους  κεντήματα. Και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν.

Δίπλα με την παπαδιά που καθόταν όλη την μέρα η Φωτεινιώ από τα εφτά της χρόνια, την άκουγε να προσεύχεται. Μα η παπαδιά μέσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και κάτι: Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστω Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Την άκουγε να το λέει συνέχεια και σαν παιδούλα η κυρά Φωτεινιώ την ρώτησε: «Θεια παπαδιά, γιατί συνέχεια λες ευχαριστώ.; Γιατί λες, Ευχαριστώ Συ, Κύριε» Λέει: «Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με τη Χάρη Του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ ντα Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».

Έτσι η Φωτεινιώ μεγάλωσε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε: Ευχαριστώ Συ, Κύριε».

Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται με τους θείους της στο σπίτι και το πρωί, πρωί-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρά παπαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα χαρτζιλίκι, έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.

Στα δεκαεφτά της χρόνια, πήγε μια εκδρομή σε αν Μοναστήρι μαζϊ με την κυρά παπαδιά και με την Ενορία, στη βόρεια Ελλάδα, σε  ένα γυναικείο μοναστήρι και πόθησε η κακομοίρα να γίνει Μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή, που κατανενυγμένη ζήτησε να γίνει μοναχή. Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν, γιατί ήταν ανήλικη. Και έτσι γυρίζοντας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός ότι οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό, ο οποίος φυσικά δεν θα ήταν και σόι, αφού δεν ζήταγε προίκα. Έτσι λοιπόν, σε ένα χρόνο, άρον άρον την πάντρεψαν. Η κακομοίρα όμως αντιμετώπιζε το πρόβλημα ότι αυτός είχε καφενείο και δυστυχώς μάθαινε να πίνει και ήταν μπεκρής και έπινε και άλλες ουσίες εκεί στο καφενείο και τα πράγματα δυσκόλεψαν.

Γέννησε όμως, του χάρισε τρία παιδιά: ένα αγόρι, τον Φάνη και δύο κορίτσια.. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους να σας πω. Αλλά θυμάμαι ότι είχε τρία παιδιά. Και η κακομοίρα προσπαθούσε να τα αναθρέψει με Νουθεσία Κυρίου. Αυτός όμως όποτε γύριζε από καφενείο μεθυσμένος ή το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα μαλώσει και να τα δείρει και αυτή η κακομοίρα έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε αυτή το ξύλο. Έτσι εκτός από τις βρισιές που δεχόταν, αυτή έτρωγε και το ξύλο, έτρωγε και κανα παιδάκι ξύλο. Και η κακομοίρα πάντοτε με την Ευχή «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Ποτέ δεν παραπονέθηκε.

Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «Έλα σ’ εμάς στην Πρωτεύουσα του νομού να βρουμε ένα καφενείο να βάλουμε το βιος μας με το βιος σου να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε.  Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού που είχε και πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά.  και Σιγά σιγά μεγάλωσαν το καφενείο και το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά αργότερα εξελίχθηκε σε καφετερία. Η καφετερία έγινε καφέ-μπαρ και το καφέ μπαρ εξελίχθηκε σε νυκτερινό κέντρο… Με πεταλουδίτσες, με διάφορα τυχερά παιχνίδια. Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, δεν του άρεσε πια η κυρα-Φωτεινιώ, φώναζε, την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», την έλεγε «χολέρα». Την έβριζε, την ταπείνωνε. Εκείνη πάντοτε με ταπείνωση και πολύ καρτερία έλεγε: Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε».

Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. Δεν την άφηνε να πάει στην Εκκλησία και μου έλεγε με δάκρυα: «έπερνε, παππά μου, τα παπούτσια μου και έριχνε στο πηγάδι ή τα έριχνε στην κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα» και λέω: «Τον χειμώνα, κυρά Φωτεινιώ; Βρεγμένα τα φορούσες;» «Όχι», λέει, «τα άλοιφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. Και πήγαινα στη Εκκλησία και δεν με ένοιαζε».

Έτσι λοιπόν μετά από δεκαοχτώ χρόνια δύσκολης ζωής, μια μέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα, είχε έρθει ο κυρ Ανέστης από βραδίς στο σπίτι, κατά τις τέσσερις το πρωί τα χαράματα και κοιμόταν. Εκείνη ετοίμασε το πρωί τα καλαθάκια για τα παιδιά της, τα μπουγαλάκια τους με τα νηστίσιμά τους, για να πάνε να γιορτάσουν τα Κούλουμα έξω στην ύπαιθρο. Σηκώνεται μπουρινιασμένος ο κυρ Ανέστης και λέει: «Φάνη σήκω. Και ετοίμασε την ψησταριά, γιατί θα βάλουμε να ψήσουμε κρέας και να χορτάσουμε. Σήμερα κάλεσα τα παιδιά, που είναι κλειστή η ταβέρνα να πιούμε να φάμε όλοι μαζί». Και τόλμησε  η κακομοίρα η κυρά –Φωτεινιώ να πει: “Βρε Ανέστη μου, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Οι Χριστιανοί όλοι νηστεύουν και τιμάνε την αρχή της Σαρακοστής, που στην Μεγάλη Βδομάδα ο Χριστός μας σταυρώθηκε για τη Σωτηρία μας. Τι θα κάνουμε; Σαν τους Εβραίους να φάμε Καθαρά Δευτέρα κρέας;» « Ρε, εσύ θα με πεις, πανούκλα, Εβραίο, εσύ θα με πεις…» και εκεί που άρχισε να τη φωνάζει και να τη βρίζει, πέταγε τα πράγματα από το σαλόνι του στο σπίτι του, έσπαγε τα πράγματα και όπως πηγαίνει να την χτυπήσει… τον επισκέπτεται ο Κύριος εν βραχίονι υψηλό και πέφτει κατάχλωμος κάτω. Άρχισε να τρέμει, μαζεύτηκαν τα παιδιά, άρχισε ο γιος να φωνάζει στη μάνα του: «Εσύ φταις ρε μάνα, γιατί τον σκότωσες τον πατέρα μας. Τι του έκανες;» …ήταν η κατάσταση τραγική.  Ήταν και τεράστιος ο κυρ Ανέστης. Ήρθαν οι γείτονες. Τον βάλαν στο κρεβάτι και όταν ήρθε ο γιατρός το μόνο που διαπίτωσε είναι ότι δυστυχώς είχε υποστεί ημιπληγία, είχε αγγιχτεί το κέντρο της ομιλιας του, είχε στραβώσει το στόμα του και το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι είχαν παραλύσει. Οκτώμισι χρόνια τον διακονούσε με υπομονή, χωρίς να λέει τίποτε παρά μόνο: «Ευχαριστήσομε τω Κυρίω» Τα παιδιά της την βασάνιζαν, την γιουχάριζαν, την κοροϊδεύανε, της κάνανε τα ίδια, εκείνη επέμενε λέγοντας πάντοτε: «Ευχαριστήσομε τω Κυρίω». Μούγκριζε καμιά φορά ο κυρ Ανέστης.

 Λέω: «Πώς τα κατάφερνες κυρά Φωτεινιώ;» «Τι να κανα;» λέει «πάτερ μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Κι όταν πήγα μια φορά κοντά του, τότε με το αριστερό του χέρι, που ήταν ο μόνο γερό, μου έπιασε την κοτσίδα και με κοπάναγε. Και δεν με άφησε παρά μόνο μετά από μισή ώρα, όταν κουράστηκε το χέρι του. Τότε μόνο ησύχασε». «Και το’ κανε αυτό συχνά κυρά Φωτεινιώ;» «Ε!, Δόξα τω Θεώ. Όχι πολύ συχνά. Κανα δυο φορές την εβδομάδα. Λίγο να ξεκουράζεται. Γιατί ο καημένος έχει Άγχος». Δεν τον κατέκρινε. Δόξα τω Θεώ, έλεγε. Και της τραβούσε τα μαλλιά μόνο δυο φορές την εβδομάδα. Τέλος πάντων.

Μια Παραμονή των Θεοφανείων μετά τα οκτώμισι χρόνια, ήταν οι Μεγάλες Ώρες. Και αφού η κακομοίρα πήρε τον μικρό Αγιασμό πήγε σπίτι της γρήγορα γρήγορα να ευπρεπίσει το σπίτι της, να ετοιμάσει το Καντήλι της, να θυμιάσει γιατί θα περνούσε ο παπα-Βασίλης να αγιάσει το σπίτι. Και όντως πέρασε ο παπα-Βασίλης. Και άγιασε το σπίτι,, και ήθελε –δεν ήθελε ο κυρ –Ανέστης τον διάβασε μια Ευχή, μουγκρίζοντας ο κυρ Ανέστης, γιατί δεν αγαπούσε τους παπάδες, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, αφού ήταν παράλυτος; Τον διάβασε ο παπάς όμως και έφυγε.

Στο κατόπι όμως του παπα-Βασίλη έρχεται ο Θεοφάνης. Ο Φάνης. Ο γιος. Και αρχίζει και φωνάζει: «Τι βρωμοκοπάει εδώ σαν τα νεκροταφεία; Και εσείς και τα νεκροταφεία σας. Άντε πάλι μούχλα εσύ. Πάλι θύμιασες; Και με τα θυμιάματά σου τι βρήκαμε; Να, πίσω πάμε. Και τι ωφεληθήκαμε εμείς με τα θυμιάματά σου;» και με τα νεύρα του, πετάει το Καντήλι, πετάει τις εικόνες, ρίχνει τα κεριά και βγάινει η κακομοίρα έξω για να δει τι γίνεται στο σαλόνι από την κουζίνα γιατί είχε ανοίξει φύλλο και ετοίμαζε πίττες γιατί θα ερχόντουσαν αύριο να την ευχηθούν και εκείνης και τον γιο της και μην τη δουν ανοικοκύρευτη και εκεί στα νεύρα του παίρνει τον πλάστη από χέρια της και της τον κοπανάει στο κεφάλι. Η κακομοίρα από τον πονο λιποθύμησε και έπεσε κάτω. Και ήρθαν οι γειτόνισσες να τη συνεφέρουν. Της βάλαν μια σακούλα με πάγο στο κεφάλι και όταν συνήλθε σε καμιά ώρα και είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, τρόμαξε. Είχε ένα καρούμπαλο τόσο μεγάλο σαν αβγό στο μέτωπό της. Και είχε αρχίσει να μελανιάζει όλη η δεξιά πλευρά. «Πάτερ μου, στενοχωρήθηκα. Πώς θα πάω στην Εκκλησία με το καρούμπαλο; Πώς θα πάω μελανιασμένη; Τι θα λέει η γειτονιά για τα παιδιά; Καλά ο άντρας σου. Αλλά και τα παιδιά; Θα με κουτσομπολεύουν και θα στενοχωριούνται» «τι έκανες, καλέ κυρά Φωτεινιώ;» «Έβαλα όλη τη νύκτα κομπρέσα παπά μου και είπα το πρωί να πω στην κόρη μου να μου δώσει λίγο από εκείνες τις πούδρες που βάζουνε να καλύψω το μελάνιασμα. Αλλά με το καρούμπαλο, τι θα έκανα; Σκέφτηκα, λέει, να βάλω ένα φακιόλι, ένα μαντήλι και να κάνω, έτσι, όπως κάνουν οι ευσεβείς και να πάω στην άκρη. Να μη πάω στη θέση που πήγαινα στην Εκκλησία».

 «Και το’ κανες κυρά Φωτεινιώ;

Ναι, σηκώθηκα πρωί πρωί.

Σηκώθηκε η κακομοίρα, τακτοποίησε το σπίτι της, άλλαξε τον κυρ –Ανέστη, τον ξύρισε, τον έπλυνε, τον ετοίμασε, άναψε το Καντήλι της, θύμιασε και έφυγε τροχάδι για την Εκκλησία.

«Μα σαν μπήκα, λέει παπά μου  μες στην Εκκλησία, ένα Ουράνιο Φως είδα μες στην Εκκλησία. Ένα φως που έφεγγε και τα πολυέλαια τα σβηστά»

Λέω: «Και τι χρώμα είχε αυτό το Φως, Κυρά Φωτεινιώ;

Λευκογάλαζο, παπά μου. Άστραφτε το Φως. Κι εγώ, παρόλο που έκανε κρύο έξω τσουχτερό αισθανόμουνα μια θερμότητα. Μια θερμότητα και μια δροσιά. Και η καρδιά μου άνοιγε. Και έλεγα. «Ευχαριστώ, Συ, Κύριε».

«Πήγα, λοιπόν, στην ακριανή πόρτα που είναι αριστερά, κει που κάθονται οι γυναίκες, για να μπορώ να ατενίσω τον Παντοκράτορα, να χαίρομαι, να παρηγοριέμαι. Και όσο προχωρούσε η Λειτουργία, τόσο αυτό το Φως αύξανε. Και όχι μόνο αύξανε, παπά μου, αλλά έπεφτε και μία χρυσόσκονη και άστραφτε όλο αυτό το Φως, σαν να είχε χιλιάδες μυριάδες αστέρια. Και σαν κοιτάω τον Παντοκράτορα, τι να δω παπά μου; Είχε… Έβγαινε Αυτό το Φως από το πρόσωπό Του, τα χεράκια Του,  το άγιο Ευαγγέλιο…, και κάλυπτε τον κόσμο. Και όσοι ήταν στην Εκκλησία, άλλους τους έλουζε το Φως και έμπαινε μέσα τους το Φως και γινόντουσαν όλοι μια λαμπάδα. Φωτεινή. Γαλαζόασπρη. Σε άλλους δεν έμπαινε μέσα τους το Φως, όμως τους θώπευε».

Και τη ρώτησα:

-Ήρθε και σε σένα το Φως; Ήρθε στη γωνίτσα σου το Φως;

-Ά! Αμ, καλοήρθε, παπά μου. Ήρθε.

-Πώς το αισθάνθηκες, κυρά- Φωτεινιώ;

-Σαν ένα χέρι που με θώπευε. Με άγγιζε από το μέτωπο, με χάιδευε στους ώμους, στα μπράτσα και στις παλάμες. Και μετά με πήγαινε αριστερά. Και το ίδιο πράγμα.  Και άνοιξε η καρδιά μου, παπά μου, και άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυά μου μετά.  Και όχι μόνον αυτό. Αλλά το χέρι αυτό μου επούλωσε τις πληγές, μου έκλεισε τις πληγές όλες. Τριάντα πέντε χρόνια πληγές που είχα. Τα βρισίδια, τους ξυλοδαρμούς, το ξύλο…, όλα μου τα επούλωσε ο Χριστος.  Τίποτε δεν αισθανόμουνα. Αισθανόμουνα μία απέραντη ευφορία.  Αλλά και κάτι άλλο, παπά μου. Με κλειστά τα μάτια, έβλεπα, τα γενούμενα στην Λειτουργία. Έβλεπα τα πάντα. Έβλεπα την Μεγάλη είσοδο, είδα τους Πατέρες, είδα την Λειτουργία όλη. Την έζησα στον Παράδεισο… Ξαφνικά όμως είδα τις γυναίκες να αρχίζουν να κινούνται και κατάλαβα ότι πάμε για να κοινωνήσουμε. Ήρθε η ώρα της θείας Κοινωνίας. Ετοιμάστηκα. Και όπως κοίταζα να δω το τσεμπέρι μου, τι να δω; Το χέρι μου είχε γίνει καλά και το καρούμπαλο είχε φύγει. Και με μεγάλη χαρά ότι δεν θα εκτεθώ στη γειτονιά, στάθηκα στη σειρά. Αλλά είπα να δω, κι έτσι δεξιά να δω, ποιος κοινωνάει; Ο παπα- Βασίλης που ήρθε και μας άγιασε ή ο παπα-Γιάννης; Και ξαφνικά…. Ούτε ο παπα-Βασίλης ήτανε, ούτε ο παπα-Γιάννης.

Ένας Δεσπότης… μα τι Δεσπότης… Τι χρυσά άμφια φορούσε! Τι διαμάντια και μπριλάντια είχαν πάνω τα ρούχα Του! Άστραφτε ολόκληρος! Και φορούσε μία κορώνα… Όχι σαν αυτές των Δεσποτάδων. Μία βασιλική κορώνα. Πού άστραφταν χιλιάδες τα μπριλάντια και τα διαμάντια. Και πάνω στην κορώνα Του είχε Αγγέλους. Μα και δίπλα Του είχε δύο παραστάτες Αγγέλους που κρατούσαν το μάκτρο. Με έπιασε τρόμος. Τα χέρια Του, το πρόσωπό του έφεγγαν σαν τον ήλιο. Και κρατούσε μία χρυσή λαβίδα. Αλλά δεν είχε μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστου, είχε ένα κάρβουνο αναμμένο. Και η δόλια, λέω, τι θα κάνω; Πώς θα κοινωνήσω το κάρβουνο; Φαίνεται τέτοια τυπικά έχουν σήμερα. Άλλος Δεσπότης ήρθε και άλλες συνήθειες έχουν. Και τι να κάνω εγώ; Και πώς θα καώ; Και θα βάλω τις φωνές στον κόσμο;

  • Και τι έκανες, βρε κυρά Φωτεινιώ; Δεν κοινώνησες;
  • -Όχι, λέει. Προφασίστηκα ευγένεια. Και πήγα στην άκρη και έλεγα: Περάστε. Περάστε και εσείς. Ε! Περάσανε καμμιά εικοσιπενταριά που ήταν στην ουρά… Μετά δεν είχε άλλο «περάστε». Έπρεπε να μπω εγώ στη σειρά.
  • Τι έκανες, κυρά Φωτεινιώ;
  • -Τι έκανα, λέει; Πλησίασα και κοιτάζοντας χαμηλά μην μπορώντας να δω το πρόσωπο του Δεσπότη, ακόμα και τα παπούτσια του, χρυσά ήταν. Και οι Άγγελοι δίπλα Του σα να μην πατούσαν στη γη. Και είπα: «Χριστέ μου, ευχαριστώ, Συ. Άντε, για την Αγάπη Σου. Ας είσαι Εσύ και ας καώ. Εσύ να είσαι και ας καώ. Κι εγώ θα κοινωνήσω». Έκλεισα τα μάτια μου, έβαλα το μάκτρο κάτω από το στόμα μου και άνοιξα το στόμα μου.
  • -Κοινώνησες, κυρά Φωτεινιώ;
  • -Κοινώνησα παππά μου.
  • -Κάηκες, κυρά Φωτεινιώ;
  • -Όχι. Δροσίστηκε η ψυχή μου. Άνοιξε η καρδιά μου. Και άρχισα να λέω από την καρδιά μου: «Ευχαριστώ, Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστώ, Συ, Κύριε». Και άρχισα φαίνεται να το λέω δυνατά και ξαφνικά ακούω τη φωνή του παπα-Βασίλη να μου λέει: «Κυρά Φωτεινιώ είσαι καλά;» και ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μπροστά στον παπα-Βασίλη, που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο και το σκέπαζε με το μάκτρο.
  • Σκέφτηκα, Παναγία, θα ρεζιλευτώ»… και πήγα στην άκρη και σκεφτόμουνα: «Όλα αυτά που είδα, ήταν αληθινά; Λες να ’ταν φαντασία; Μα είδα τον Δεσπότη, είδα τους Αγγέλους, είδα τόσα πράγματα, κοινώνησα, είμαι τρελή;»
  • Μόλις τέλειωσε ο Αγιασμός και πήγα σπίτι μου, μπήκα αμέσως στην αποθηκούλα να αλλάξω τα ρουχαμου, για να βάλω τα ρούχα του σπιτιού και να βάλω την ποδιά μου να ετοιμάσω το φαγητό. Και σαν ντύθηκα, κάτι μου μύριζε το σπίτι. Και μπαίνω μέσα στο σαλόνι και τι να δω; Η μικρή μου θυγατέρα κρατούσε ένα θυμιατό και θύμιαζε τις εικόνες.. στη θέση τους οι εικόνες, ευπρεπισμένο το καντηλάκι μου, αναμμένα τα κεράκια μου και δίπλα στην Παναγία ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια. Και μου λέει η κόρη μου:
  • -Χρόνια πολλά, μάννα. Σήμερα μεγάλη ημέρα. Είπαμε να θυμιάοσυμε, μιας και αρέσει να θυμιάζεις το σπίτι. Αλήθεια μας έφερες αντίδωρο; Κι εγώ έμεινα…., και σκεφτόμουν: «Τριάντα εφτά χρόνια σε αυτό το σπίτι, δεν μου ζητήσαν ποτέ Αντίδωρο». Και απαντούσα στην κόρη μου.
  • -Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω! Κι έρχεται και ο γιος μου και σκύβει ταπεινά και μου φιλάει το χέρι και μου λέει:
  • -Συχώρα με, μάννα. Συχώρα με.  Και εγώ απαντούσα:
  • -Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Και ακούω τον Ανέστη να μου φωνάζει. Και μπαίνω βιαστική να δω μήπως ήθελε κάτι, και τον βλέπω καθήμενο στο κρεββάτι του και μου έκανε σινιάλο με το αριστερό του χέρι. Και σαν τον είδα, είχε μια ιλαρότητα το πρόσωπό του και μία γλυκύτητα τα μάτια του. Και του δίνω το χέρι μου, νομίζοντας μήπως θέλει να το πιάσει για να κινηθεί και αυτός αρχίζει και μου το φιλούσε.  Μέσα και έξω, μου το φιλούσε κλαίγοντας και μου έλεγε με το μισό του στόμα:
  • Συγχώρα Φωτεινιώ, Συγχώρα με, να χαρείς.
  • και εγώ απαντούσα:
  • -Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.!
  • Και έρχεται πίσω το παιδί, το παιδί μου πάλι και με φιλάει στο μέτωπο εκεί που ήταν το καρούμπαλο και μου λέει:
  • Συγχώρα με, μάννα. Δεν θα το ξανακάνω. Την ευχή σου να ’χω, μάννα. Κι εγώ απαντούσα:
  • Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω!
  • Εδώ σταμάτησε η διήγηση της κυρά Φωτεινιώς. Για είκοσι λεφτά πλάνταξε στο κλάμα. Κι αφού συνήλθε με ρώτησε με μία παιδική απλότητα, σαν μικρό κοριτσάκι ένοχο:
  • -Πάτερ μου, τρελάθηκα; Λες να με κλέισουν στο Δρομοκαΐτιο; Λες να είμαι για δέσιμο και είδα τόσες φαντασίες; Τι γνώμη έχεις, πάτερ; Κι εγώ απάντησα:
  • Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω! Ευχαριστήσωμεν για την ύπαρξή σου, κυρά Φωτεινιώ, τω Κυρίω Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω!
  • Η κυρά Φωτεινιώ δεν ήταν ο άγιος Χρυσόστομος, ούτε ο άγιος Νείλος, ούτε ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ούτε ο Μέγας Παΐσιος. Ήταν μια ψυχή απλή, ολιγογράμματη σαν κι εμάς. Απλώς έμαθε καλά στην καρδιά της να λεέι: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω, και ο Θεός την πλήρωσε πλουσιοπάροχα. Σήμερα πια η κυρά Φωτεινιώ είναι μοναχή και πηγαίνουν τα παιδιά της και της φιλούν το χέρι και το μέτωπο. Και έχω την χαρά μία φορά τον χρόνο να πάω κι εγώ να της φιλάω το χέρι. Και εκείνη κάθεται εκεί και αφουγκράζεται και θυμάται τον Δεσπότη Χριστό, που την κοινώνησε με τη χρυσή Λαβίδα το Τίμιο και φρικτό Σώμα και Αίμα Του.
  • Είθε η Χάρις του Θεού να λαβώσει την καρδιά μας με την Άπειρη αγάπη Του και να μας διδάξει να λέμε την ευχαριστιακή προσευχή από τα τρίσβαθα της καρδιάς μας: «Ευχαριστήσωμε τω Κυρίω, πάντων ένεκεν».