Του ιερέα Βιορέλ Κοζοκάρου – Κίσιβο (απόδοση στα ελληνικά π. Γεώργιος Κονισπολιάτης) από το περιοδικό Familia Ortodoxa τεύχος 39, Απρίλιος 2012)
Εδώ και επτά χρόνια είμαι ιερέας στο παρεκκλήσι των φυλακών Προύνκου στο Κίσιβο (Δημοκρ. Μολδαβίας). Επειδή παράλληλα υπηρετώ και στην ενορία μου κάνω εκεί ακολουθίες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές.
Με βοηθούν κάποιοι κρατούμενοι εθελοντές. Ένα από τα καθήκοντά τους είναι να προετοιμάσουν τους κρατούμενους που θα συμμετάσχουν στην Ακολουθία της επόμενης μέρας δίνοντάς τους να διαβάσουν είτε το Ωρολόγιο είτε κάποιο από βιβλία που έχουμε στη μικρή μας βιβλιοθήκη. Θέλω όμως να σας διηγηθώ κάτι που συνέβη τον φθινόπωρο του 2008. Οι φυλακές Προύνκου, είναι οι μοναδικές φυλακές – νοσοκομείο στο οποίο βρίσκονται και άντρες και γυναίκες.
Σε ένα κελί του χειρουργικού τμήματος βρισκόταν η Ζαμφίρα η τσιγγάνα. Όταν ένας από τους εθελοντές πήγε στο κελί για να ρωτήσει ποιος θα συμμετείχε στην ακολουθία της επόμενης μέρας η Ζαμφίρα του είπε: «Εγώ θα έρθω, αλλά δεν έχω ανάγκη τα βιβλία σου».
Η Ζαμφίρα ήταν περίπου 36 χρονών, όμορφη και απ’ όσα είχα καταλάβει «ελαφρών» ηθών. Ήταν στη φυλακή από τα δεκαέξι της χρόνια, επειδή είχε σκοτώσει το παιδί της, αλλά και για άλλα σοβαρά παραπτώματα.
Την επόμενη λοιπόν η Ζαμφίρα ήρθε στην ακολουθία στο παρεκκλήσι. Την ημέρα εκείνη διαβάσαμε τον ικετήριο κανόνα προς τον Ιησού Χριστό, την Παράκληση της Παναγίας και τον κανόνα της Θείας Μεταλήψεως. Η Ζαμφίρα όμως στο πίσω μέρος του ναού απαντούσε σε κάθε προσευχή κοροϊδευτικά και έκανε άσχημες χειρονομίες.
Φυσικά ενοχλούσε και εμένα, αλλά και τους άλλους κρατούμενους, οι οποίοι ήταν περίπου 35 άνδρες και γυναίκες. Κανείς δεν τολμούσε να της κάνει παρατήρηση, επειδή είχε κάποιο «κύρος» στον υπόκοσμο. Παρότι ήταν 36 ετών ήταν ψηλά στην ιεραρχία κάτι που οι κρατούμενοι σέβονταν. Έδωσε ολόκληρη παράσταση και κάποιους τους διασκέδαζε με τα αστεία της. Την άφησα ήσυχη. Μόνο τη ρώτησα: πώς σε λένε; Ζαμφίρα μου αποκρίθηκε. Της είπα να ησυχάσει. Καλά, μου απάντησε αυτή, αλλά συνέχισε τα ίδια. Μετά την ακολουθία, τους εξομολόγησα όλους. Σε μια γυναίκα, η οποία ζούσε στο ίδιο κελί με τη Ζαμφίρα είπα:
Δεν μπορώ να σε κοινωνήσω τώρα. Θα κάνεις τον κανόνα που θα σου δώσω και θα έρθεις σε δύο βδομάδες να κοινωνήσεις.
Μόνο η Ζαμφίρα δεν εξομολογήθηκε. Τότε την ρώτησα: Εσύ θα εξομολογηθείς;
-Όχι, δεν θα εξομολογηθώ, γιατί αν εξομολογηθώ, θα σου πέσουν οι τρίχες από τη μύτη (σ.σ. αργκώ των φυλακισμένων)
Τότε γιατί ήρθες στην εκκλησία, αφού ούτε εξομολογείσαι, ούτε προσεύχεσαι, ούτε ακούς την ακολουθία; Ήρθες για βόλτα;
-Όχι, ήρθα να δω πόσο όμορφος είσαι. Σε όλα απαντούσε πολύ απότομα. Τότε είπα: «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου».
Μετά από δύο εβδομάδες έστειλα έναν εθελοντή στη γυναίκα, στην οποία είχα βάλει τον κανόνα και η οποία έμενε στο ίδιο κελί με τη Ζαμφίρα, για να της θυμίσει ότι θα κοινωνήσει και να ετοιμαστεί.
Πάει ο εθελοντής στο κελί και της λέει: Ο Ιερέας είπε πώς επειδή αύριο θα κοινωνήσεις να ετοιμαστείς και να διαβάσεις την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως», της έδωσε αν Ωρολόγιο και αμέσως πετάχθηκε και η Ζαμφίρα:
Θέλω κι εγώ να πάω αύριο στην εκκλησία.
-Όχι, δεν θα πάς, επειδή δεν κάθεσαι ήσυχη, της είπε ο εθελοντής.
-Σε παρακαλώ, θέλω να πάω, επέμενε η Ζαμφίρα.
Δώσε μου ένα βιβλίο να διαβάσω. Της έδωσε ένα ψαλτήρι.
Δεν ξέρω τι διάβασε και πόσο διάβασε, αλλά την επόμενη μέρα ήρθε και με βρήκε η συγκρατούμενή της και μου έπε: «Πάτερ η Ζαμφίρα δεν είναι καλά στα μυαλά της. –Δηλαδή , τι θέλεις να πείς, ρώτησα εγώ;
-Όλη νύκτα έκλαιγε, διάβαζε και έκλαιγε, δεν ξέρω τι διάβασε, αλλά έκλαιγε πάρα πολύ.
Αφού τους εξομολόγησα όλους πήγα στη Ζαμφίρα. Ήταν γονατισμένη σε μια γωνιά. Φαινόταν κλαμένη. Δεν έλεγε τίποτα.
-Θέλεις να εξομολογηθείς;
-Ναι, πάτερ θα εξομολογηθώ, αλλά δεν θα εξομολογηθώ όπως όλοι οι άλλοι.
-Πες μου πώς θέλεις;
-Θέλω να εξομολογηθώ με δυνατή φωνή μπροστά σε όλους.
Και όπως στεκόμουν εγώ με το πρόσωπο προς την εικόνα του Χριστού, γύρισε προς τους άλλους κρατούμενους και άρχισε να εξομολογείται δημόσια!
Η εξομολόγηση κράτησε 45 λεπτά. Σε κάθε αμαρτία έκλαιγε, έκανε μία μετάνοια και έλεγε: «Παρακαλώ συγχωρέστε με». Αφού τέλειωσε σκέφτηκα. «Να την κοινωνήσω;» Σύμφωνα με τους κανόνες του Αγίου Βασιλείου έπρεπε να μην της επιτρέψω να κοινωνήσει για τριακόσια χρόνια με τόσες βαριές αμαρτίες που είχε κάνει. Αυτό που κατάφερα να μάθω ήταν πως η γιαγιά της την είχε βαπτίσει, όταν ήταν μικρή αλλά ποτέ δεν είχε κοινωνήσει. Συνεπώς θα ήταν η πρώτη φορά.
Δεν είχε φάει τίποτε εκείνο το πρωινό. Σκεφτόμουν τι θα έκανε ο Χριστός μετά από τέτοια εξομολόγηση, προσευχόμενος ως εξής: «Κύριε εάν την κοινωνώ αναξίως, παίρνω εγώ επάνω αυτή την αμαρτία»
Την κοινώνησα.
Μετά τη Θεία Κοινωνία έλαμπε από χαρά και έψελνε: «Αλληλούια».
Βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση χαράς που σπάνια συναντάς και σε χριστιανούς που ζουν ελεύθεροι στον κόσμο.
Το βράδυ μου τηλεφώνησε ένας φύλακας.
-Πάτερ η Ζαμφίρα πέθανε, μου λέει.
Στις 9 τα βράδυ έφτασα στη φυλακή και ρώτησα μια φυλακισμένη, που είχε κοινωνήσει μαζί της, τι συνέβη και μου είπε: «Πάτερ, ήταν πολύ χαρούμενη που κοινώνησε. Αυτό το πρωί προσευχόταν στο Θεό, μιλούσε για την μετάνοια, για την πίστη και την αγάπη και έκλαιγε για τις αμαρτίες της. Κατά τις οκτώ το βράδυ μου λέει: Δεν αισθάνομαι καλά, κάτι έχω».
Πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε, έβαλε τα πιο καλά της ρούχα και είπε: «Εγώ θα πεθάνω τώρα, δώσε μου ένα κερί
(σ.σ. Σε άλλες ορθόδοξες χώρες όταν κάποιος ξεψυχάει πάντα κρατούν δίπλα του ένα αναμμένο κερί).
Της έφεραν το κερί, γύρισε το κεφάλι της προς τον τοίχο και πέθανε!
Την επόμενη ημέρα οι γιατροί έκαναν συμβούλιο. Έπρεπε να χειρουργηθεί για κοίλη, αλλά δεν έβρισκαν μια αιτία για τον ξαφνικό θάνατό της. Εγώ πιστεύω πως ο Θεός περιμένει τον καθένα να επιστρέψει κοντά Του, κι όταν αυτό γίνει, και είναι καθαρός, τότε ο Θεός κρίνει εάν θα τον πάρει δίπλα Του!
